Οι Γραφές του Αύριο

…γιατί το Σήμερα πέρασε και το Χθες δεν ήρθε ακόμη

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #9 2/11/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 3, 2008

Κυριακή, μέρα του flea market, στον ποταμό Yarra που διασχίζει τη Μελβούρνη. Αλλά πρώτα, ένα κουμπί παντελονιού κόβεται και, επιτέλους, χρησιμοποιώ το φορητό σετ ραπτικής που σέρνω μαζί μου στα ταξίδια εδώ και χρόνια. Κατεβαίνω στο ποτάμι ραμμένος και γεμάτος προσδοκίες, αλλά θα διαψευστώ: είναι μικρό σε έκταση, και οι μικροπωλητές δεν έχουν κάτι το πραγματικά ιδιαίτερο. Το πιο ενδιαφέρον ήταν εκτός κλίματος: περίτεχνα και μεγάλου μεγέθους καλειδοσκόπια φτιαγμένα από μέταλλο και γυαλί σε τιμές για υπερ-μύγες του Κρόνεμπεργκ, όχι ψύλλους. Αυτό που με αποτρέπει από το να αγοράσω το μεγαλύτερο και ακριβότερο και πιο όμορφο, είναι διότι πραγματικά δεν ξέρω πώς θα το μεταφέρω στην Ελλάδα. Αλλά κρατώ τα www-στοιχεία.

Περπατώ στην όχθη του ποταμού χαζεύοντας μια υπαίθρια έκθεση παλαιών αυτοκινήτων, αλλάζοντας όχθες πάνω από τις γέφυρες. Μία εξ αυτών έχει για κιγκλίδωμα διαφανή κάθετα πάνελ, πάνω στα οποία είναι καταγεγραμμένες 128 χώρες και τα βασικά στοιχεία της μετανάστευσης εξ αυτών στην Αυστραλία. 128.

Ο καιρός είναι ηλιόλουστος και σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά. Βλέπω κάτι έντονα κίτρινο, αλλά δεν είναι ο ήλιος. Είναι η κορυφή του Eureka, ουρανοξύστη 300 μέτρων, ο ψηλότερος προσβάσιμος από το κοινό ουρανοξύστης στο νότιο ημισφαίριο. Η επίγεια και γειωμένη ανθρώπινη δραστηριότητα στο flea market με απογοήτευσε, ας δοκιμάσω την υψιπετή ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ανεβαίνω στην κορυφή με ένα εσωτερικό ασανσέρ που τρέχει με εννιά μέτρα το δευτερόλεπτο, λίγο πιο αργά από το παγκόσμιο ρεκόρ στα εκατό μέτρα. Σε κάθετη διεύθυνση, είναι αρκετό για να βουλιάξει το στομάχι σου (ανεβαίνοντας) και να βουλώσουν τα αυτιά σου (κατεβαίνοντας). Φτάνουμε στο παρατηρητήριο, και η πόλη της Μελβούρνης αποκαλύπτεται. Απλώνεται προς κάθε κατεύθυνση, και από τη θέα βγάζεις αβίαστα το ακόλουθο συμπέρασμα: στη Μελβούρνη δεν συμπαθούν τα κτήρια που έχουν από τρεις έως δεκατρείς ορόφους. Τα χιλιάδες ισόγεια ή δίπατα σπίτια είναι αυτά που έχουν στρώσει τον ορίζοντα σαν χαλί, και στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένα δάσος από ουρανοξύστες. Και βλέπω το λιμάνι και την παραλία της πόλης –ναι η Μελβούρνη έχει και παραλία, την St Kilda.

Εκεί θα κατευθυνθώ το απόγευμα, με τραμ, και θα βρεθώ στο κοντινό θέρετρο της πόλης, με δεκάδες στριμωγμένα μικρομάγαζα φαγητού και ρούχων, και πολλούς ανθρώπους στην παραλία με τα μαγιώ ή τα ρούχα τους. Κλιματικά, είναι Απρίλιος εδώ. Περπατώ στην προκυμαία και βλέπω τους ουρανοξύστες της πόλης μέσα από ένα δάσος από κατάρτια. Αρχίζει και βρέχει –απαλά, διστακτικά. Τελειώνω το ποτό και το τσιγάρο μου και περπατώ στους δρόμους μουλιάζοντας σταδιακά στην χλιαρή βροχή. Όπως και πολλοί άλλοι. Είναι προφανές ότι τους λείπει η βροχή.

Η βροχή σταματά αλλά ίσως φέρει κρύο το βράδυ. Κι όταν ο καιρός δεν είναι καλός, πρέπει να κάτσεις μέσα, με τις γνωστές συνέπειες. Αλλά είναι το τελευταίο μου βράδυ στην πόλη, και δεν πρόκειται να μείνω στο ξενοδοχείο. Ψάχνω στο internet για εμφανίσεις ροκ συγκροτημάτων στην πόλη απόψε, και βρίσκω ένα gig σε μπαρ πολύ κοντά στο ξενοδοχείο από τοπικό ανερχόμενο γκρουπ που παίζει southern rock. Χα. Βαδίζω προς τα εκεί δυναμικά, παρά την βροχή το απόγευμα η θερμοκρασία δεν έχει πέσει. Φτάνω στο μπαρ, ερημιά. Ρωτάω τον μαύρο μπάρμαν, δείχνει να μην ξέρει για τι πράγμα του μιλώ, αλλά όντας ευγενικός και καλοσυνάτος όπως οι πάντες σχεδόν στη Μελβούρνη, ρωτά κάποια συνάδελφό του. Και το μυστήριο λύνεται. Το γκρουπ είχε παίξει νωρίτερα και είχε ήδη τελειώσει όταν ανέλαβαν αυτοί βάρδια. Κοιτώ το ρολόι μου. Είναι 20:30. 20:30. Καλές οι 128 χώρες και το χωνευτήρι λαών, αλλά πώς διάβολο γίνεται να είναι οκτώμισι το βραδάκι και να έχει τελειώσει προ πολλού μια ροκ συναυλία σε μπαρ; Γίνεται. Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο καιρός είναι γλυκός, οπότε θα μπορέσω να δειπνήσω έξω. Πηγαίνω στη Lygon St, στο ιταλικό που είχα δοκιμάσει τις προάλλες. Ο ελαφρών ασιατικών χαρακτηριστικών σερβιτόρος με αναγνωρίζει και αυτή τη φορά με ρωτά αν είμαι Ιταλός. ‘Έλληνας’, του απαντώ. ‘Ούνα φάτσα ούνα ράτσα’ σχολιάζει χαρωπά και συνεχίζει ρωτώντας ‘την λέτε κι εσείς αυτή την έκφραση;’. Ω ναι, απαντώ στον ιταλοασιάτη και παραγγέλνω κόκκινο κρασί, shiraz της Βικτόρια. Πολύ μαλακό στη γεύση, αλλά 14 βαθμοί αλκοόλ –θέλει προσοχή.

Αργότερα ο εντελώς αυστραλός άλλος σερβιτόρος θα με κεράσει ούζο μαζί με τον διπλό εσπρέσο που παραγγέλνω για να κλείσω το τελευταίο μου βράδυ στη Μελβούρνη, γιατί είμαι returning customer και θέλει να με φροντίσει.

Γλυκός καιρός, τσιγάρο, εσπρέσο σε γυάλινο ποτηράκι καφενείου, ένα ζευγάρι μαύρων δίπλα μου, ούζο, ragtime μουσική από το εστιατόριο, κι ένας αραμπάς που πηγαίνει πάνω-κάτω στο δρόμο αναζητώντας τουρίστες για μια γραφική βόλτα με αλογάμαξα. Τίποτε σ’ αυτές τις τελευταίες νυχτερινές στιγμές δεν οδηγεί το μυαλό μου προς μία κατεύθυνση, προς κάποια βαθυστόχαστη σκέψη που θα συμπυκνώσει όλη την εμπειρία του ταξιδιού μου στη Μελβούρνη. Ευτυχώς.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: