Οι Γραφές του Αύριο

…γιατί το Σήμερα πέρασε και το Χθες δεν ήρθε ακόμη

Archive for the ‘Ταξίδι στη Μελβούρνη’ Category

Tαξίδι στη Μελβούρνη – Director’s Cut

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 9, 2008

Το Ταξίδι στη Μελβούρνη απέκτησε τη δική του σελίδα, όπου τα κείμενα του ημερήσιου ημερολογίου εμπλουτίστηκαν (ή παραποιήθηκαν), γέμισαν www-συνδέσμους και φορτώθηκαν με φωτογραφίες. Εnjoy.

Advertisements

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #10 3/11/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 5, 2008

Τελικά, είμαι ένα μικρός θεός της βροχής. Το βράδυ Κυριακής προς Δευτέρα ξυπνώ από κεραυνούς και τον βόμβο καταρρακτώδους βροχής, και το πρωί σηκώνομαι υπό συνεχή νεροποντή. Η Μελβούρνη είχε ξηρασία. Ήρθα, είδα, ξύπνησα τις δυνάμεις που έπρεπε, ε, τους πήρε λίγο μέχρι να τεντωθούν, να χασμουρηθούν και να δράσουν, και τελικά, βρέχει δυνατά. Θα μπορούσε μόνο να περιμένει μία ακόμη μέρα, ή έστω λίγες ώρες, ώστε να έχω φύγει πρώτα; …Αλλά σταματά πριν βγω από το ξενοδοχείο, οπότε η τελευταία βόλτα μου στην πόλη θα γίνει χωρίς ομπρέλα.

Χώνομαι ξανά στην αίθουσα IMAX για να δω το Fly to the Moon – 3D κινούμενο σχέδιο. Στη μεγαλύτερη οθόνη προβολής 3D του κόσμου. Είναι, όντως, εντυπωσιακό. Δεν έχω μελετήσει την τεχνική πλευρά του θέματος αλλά υποψιάζομαι ότι ακόμη δεν είναι έτοιμη για να αναπαραστήσει πιστά τη χαώδη κίνηση των ανθρώπων και της φύσης. Στα κινούμενα σχέδια όλα μπορούν να προγραμματιστούν, να ελεγχθούν και να επιβεβαιωθεί ότι παραμένουν μέσα στις δυνατότητες της τεχνολογίας. Αλλά κάποτε θα συμβεί και αυτό, και τότε, η εικόνα, παρά την προσωρινή θεαματική ανάκαμψη και αντίσταση της γραφής λόγω της ανάδυσης της μπλογκόσφαιρας, θα θριαμβεύσει ξανά. Δεν χαίρομαι ιδιαίτερα με την προοπτική, αλλά απολαμβάνω το θέαμα.

Τελευταίος προορισμός στη Μελβούρνη, το Ίδρυμα Πολιτισμικής Κληρονομιάς των Koori, όπως ονομάζουν εαυτούς οι Αμπορίτζιναλς της Βικτόρια. Η έκθεση εστιάζεται, φυσικά, στην ιστορία του λαού, αλλά και σε σύγχρονα έργα τέχνης βασισμένα στον σύγχρονο πολιτισμό των Αμπορίτζιναλς. Αισθητικά, δεν μπορώ να πω ότι εκστασιάζομαι. Αλλά βλέπω το παρόν ενός πολιτισμού 40.000 ετών, ο οποίος τυχαία ή από επιλογή δεν εξελίχθηκε οικονομικά (παρέμειναν κυνηγοί, ψαράδες και τροφοσυλλέκτες, δεν πέρασαν ποτέ στην γεωργία), αλλά εξαπλώθηκε σε όλη την Αυστραλία, μεταλλάχθηκε και κάποτε καταστάλαξε κοινωνικά και πολιτισμικά. Με αργούς ρυθμούς, αλλά μιλάμε για 40.000 χρόνια… μέχρις ότου ήρθε η λευκή φυλή, και παράλληλα με τη μάχη για επιβίωση οι Αμπορίτζιναλς είδαν τον πολιτισμό τους να μπαίνει σε κίνηση ξανά.

Φινάλε στην Federation Sq, όπου ζω μια τελευταία φορά τις ασταμάτητες εναλλαγές, στον καιρό (έχει σύννεφα και φυσάει, ο αέρας σταματά, βρέχει για ένα δίλεπτο, βγαίνει ο –καυτός– ήλιος, αρχίζει και φυσά, τα σύννεφα μπαίνουν σε κίνηση και κρύβουν τον ήλιο, ο αέρας σταματά…), και στους ανθρώπους: ο ιρλανδός σερβιτόρος φέρνει αυστραλιανή μπύρα και burger (τρία εκατοστά πάχος) στον Έλληνα επισκέπτη τον οποίο κοιτούν δύο ασιάτισσες οι οποίες συνομιλούν με έναν αμπορίτζιναλ ο οποίος κάθεται δίπλα σε έναν ιταλό που κρυφοκοιτάζει μία μαύρη που χαζεύει μια παρέα κοριτσιών με –κόκκινες– σχολικές ποδιές… η τελική βαθυστόχαστη ιδέα αρχίζει να με γυροφέρνει, οπότε καταλαβαίνω ότι έχει έρθει η ώρα να αποχωρήσω: όσο μακρύ κι αν είναι ένα ταξίδι, κάποτε τελειώνει.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #9 2/11/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 3, 2008

Κυριακή, μέρα του flea market, στον ποταμό Yarra που διασχίζει τη Μελβούρνη. Αλλά πρώτα, ένα κουμπί παντελονιού κόβεται και, επιτέλους, χρησιμοποιώ το φορητό σετ ραπτικής που σέρνω μαζί μου στα ταξίδια εδώ και χρόνια. Κατεβαίνω στο ποτάμι ραμμένος και γεμάτος προσδοκίες, αλλά θα διαψευστώ: είναι μικρό σε έκταση, και οι μικροπωλητές δεν έχουν κάτι το πραγματικά ιδιαίτερο. Το πιο ενδιαφέρον ήταν εκτός κλίματος: περίτεχνα και μεγάλου μεγέθους καλειδοσκόπια φτιαγμένα από μέταλλο και γυαλί σε τιμές για υπερ-μύγες του Κρόνεμπεργκ, όχι ψύλλους. Αυτό που με αποτρέπει από το να αγοράσω το μεγαλύτερο και ακριβότερο και πιο όμορφο, είναι διότι πραγματικά δεν ξέρω πώς θα το μεταφέρω στην Ελλάδα. Αλλά κρατώ τα www-στοιχεία.

Περπατώ στην όχθη του ποταμού χαζεύοντας μια υπαίθρια έκθεση παλαιών αυτοκινήτων, αλλάζοντας όχθες πάνω από τις γέφυρες. Μία εξ αυτών έχει για κιγκλίδωμα διαφανή κάθετα πάνελ, πάνω στα οποία είναι καταγεγραμμένες 128 χώρες και τα βασικά στοιχεία της μετανάστευσης εξ αυτών στην Αυστραλία. 128.

Ο καιρός είναι ηλιόλουστος και σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά. Βλέπω κάτι έντονα κίτρινο, αλλά δεν είναι ο ήλιος. Είναι η κορυφή του Eureka, ουρανοξύστη 300 μέτρων, ο ψηλότερος προσβάσιμος από το κοινό ουρανοξύστης στο νότιο ημισφαίριο. Η επίγεια και γειωμένη ανθρώπινη δραστηριότητα στο flea market με απογοήτευσε, ας δοκιμάσω την υψιπετή ανθρώπινη ματαιοδοξία. Ανεβαίνω στην κορυφή με ένα εσωτερικό ασανσέρ που τρέχει με εννιά μέτρα το δευτερόλεπτο, λίγο πιο αργά από το παγκόσμιο ρεκόρ στα εκατό μέτρα. Σε κάθετη διεύθυνση, είναι αρκετό για να βουλιάξει το στομάχι σου (ανεβαίνοντας) και να βουλώσουν τα αυτιά σου (κατεβαίνοντας). Φτάνουμε στο παρατηρητήριο, και η πόλη της Μελβούρνης αποκαλύπτεται. Απλώνεται προς κάθε κατεύθυνση, και από τη θέα βγάζεις αβίαστα το ακόλουθο συμπέρασμα: στη Μελβούρνη δεν συμπαθούν τα κτήρια που έχουν από τρεις έως δεκατρείς ορόφους. Τα χιλιάδες ισόγεια ή δίπατα σπίτια είναι αυτά που έχουν στρώσει τον ορίζοντα σαν χαλί, και στο κέντρο της πόλης υπάρχει ένα δάσος από ουρανοξύστες. Και βλέπω το λιμάνι και την παραλία της πόλης –ναι η Μελβούρνη έχει και παραλία, την St Kilda.

Εκεί θα κατευθυνθώ το απόγευμα, με τραμ, και θα βρεθώ στο κοντινό θέρετρο της πόλης, με δεκάδες στριμωγμένα μικρομάγαζα φαγητού και ρούχων, και πολλούς ανθρώπους στην παραλία με τα μαγιώ ή τα ρούχα τους. Κλιματικά, είναι Απρίλιος εδώ. Περπατώ στην προκυμαία και βλέπω τους ουρανοξύστες της πόλης μέσα από ένα δάσος από κατάρτια. Αρχίζει και βρέχει –απαλά, διστακτικά. Τελειώνω το ποτό και το τσιγάρο μου και περπατώ στους δρόμους μουλιάζοντας σταδιακά στην χλιαρή βροχή. Όπως και πολλοί άλλοι. Είναι προφανές ότι τους λείπει η βροχή.

Η βροχή σταματά αλλά ίσως φέρει κρύο το βράδυ. Κι όταν ο καιρός δεν είναι καλός, πρέπει να κάτσεις μέσα, με τις γνωστές συνέπειες. Αλλά είναι το τελευταίο μου βράδυ στην πόλη, και δεν πρόκειται να μείνω στο ξενοδοχείο. Ψάχνω στο internet για εμφανίσεις ροκ συγκροτημάτων στην πόλη απόψε, και βρίσκω ένα gig σε μπαρ πολύ κοντά στο ξενοδοχείο από τοπικό ανερχόμενο γκρουπ που παίζει southern rock. Χα. Βαδίζω προς τα εκεί δυναμικά, παρά την βροχή το απόγευμα η θερμοκρασία δεν έχει πέσει. Φτάνω στο μπαρ, ερημιά. Ρωτάω τον μαύρο μπάρμαν, δείχνει να μην ξέρει για τι πράγμα του μιλώ, αλλά όντας ευγενικός και καλοσυνάτος όπως οι πάντες σχεδόν στη Μελβούρνη, ρωτά κάποια συνάδελφό του. Και το μυστήριο λύνεται. Το γκρουπ είχε παίξει νωρίτερα και είχε ήδη τελειώσει όταν ανέλαβαν αυτοί βάρδια. Κοιτώ το ρολόι μου. Είναι 20:30. 20:30. Καλές οι 128 χώρες και το χωνευτήρι λαών, αλλά πώς διάβολο γίνεται να είναι οκτώμισι το βραδάκι και να έχει τελειώσει προ πολλού μια ροκ συναυλία σε μπαρ; Γίνεται. Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι ο καιρός είναι γλυκός, οπότε θα μπορέσω να δειπνήσω έξω. Πηγαίνω στη Lygon St, στο ιταλικό που είχα δοκιμάσει τις προάλλες. Ο ελαφρών ασιατικών χαρακτηριστικών σερβιτόρος με αναγνωρίζει και αυτή τη φορά με ρωτά αν είμαι Ιταλός. ‘Έλληνας’, του απαντώ. ‘Ούνα φάτσα ούνα ράτσα’ σχολιάζει χαρωπά και συνεχίζει ρωτώντας ‘την λέτε κι εσείς αυτή την έκφραση;’. Ω ναι, απαντώ στον ιταλοασιάτη και παραγγέλνω κόκκινο κρασί, shiraz της Βικτόρια. Πολύ μαλακό στη γεύση, αλλά 14 βαθμοί αλκοόλ –θέλει προσοχή.

Αργότερα ο εντελώς αυστραλός άλλος σερβιτόρος θα με κεράσει ούζο μαζί με τον διπλό εσπρέσο που παραγγέλνω για να κλείσω το τελευταίο μου βράδυ στη Μελβούρνη, γιατί είμαι returning customer και θέλει να με φροντίσει.

Γλυκός καιρός, τσιγάρο, εσπρέσο σε γυάλινο ποτηράκι καφενείου, ένα ζευγάρι μαύρων δίπλα μου, ούζο, ragtime μουσική από το εστιατόριο, κι ένας αραμπάς που πηγαίνει πάνω-κάτω στο δρόμο αναζητώντας τουρίστες για μια γραφική βόλτα με αλογάμαξα. Τίποτε σ’ αυτές τις τελευταίες νυχτερινές στιγμές δεν οδηγεί το μυαλό μου προς μία κατεύθυνση, προς κάποια βαθυστόχαστη σκέψη που θα συμπυκνώσει όλη την εμπειρία του ταξιδιού μου στη Μελβούρνη. Ευτυχώς.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #8 1/11/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 2, 2008

Σήμερα είναι η μέρα του γεγονότος που με έφερε στη Μελβούρνη. Πρόκειται περί γάμου, που όμως δεν μοιάζει καθόλου με ό,τι έχουμε συνηθίσει: τελείται στο ησυχαστήριο συνταξιούχων αλόγων κούρσας, που βρίσκεται κοντά στο αεροδρόμιο της πόλης, μια μεγάλη χορτολιβαδική έκταση με σκόρπιες συστάδες δένδρων. Στο εσωτερικό ξέφωτο μίας εξ αυτών συγκεντρωνόμαστε καταρχάς, όπου η τελετάρχης, κάτοχος σχετικής άδειας από την πολιτεία της Βικτόρια (παντρολογήστρα με τη βούλα με άλλα λόγια), ξεκινά την τελετή με ορισμένα καλοδιαλεγμένα λόγια. Μεταξύ αυτών δεν λείπουν οι ευχαριστίες εκ μέρους του ζευγαριού προς την Αμπορίτζιναλ φυλή που παραδοσιακά κατέχει αυτό το κομμάτι γης (δεν υπάρχει κομμάτι γης σε όλη την ήπειρο της Αυστραλίας που να μην ήταν ιδιοκτησία κάποιας Αμπορίτζιναλ φυλής, κρατείστε το αυτό για αργότερα).

Στη συνέχεια περπατάμε προς έναν μεγάλο βράχο επί του οποίου ανεβαίνει το ζευγάρι, και η τελετή συνεχίζεται με ορισμένα ακόμη λόγια, ανταλλαγή τον όρκων και των δαχτυλιδιών, και τη δήλωση ότι παρ’ όλο που το ζευγάρι είναι υποχρεωμένο να αποδεχτεί τα νομοθετήματα περί γάμου της Αυστραλίας όπως ισχύουν σήμερα, αισθάνεται την ανάγκη, την ημέρα του γάμου του, να δηλώσει ότι υποστηρίζει την αλλαγή των νόμων αυτών ώστε να επιτραπούν οι γάμοι μεταξύ συντρόφων του ιδίου φύλου. To ζευγάρι είναι ετερόφυλο. Χειροκροτήματα. Ένα όμορφο φολκ τραγούδι γραμμένο ειδικά για την περίσταση ακούγεται ζωντανά από τη συνθέτρια, συγγενή της νύφης.

Και η τελετή, κατά το «επίσημο» μέρος της, τελειώνει. Αυτό ήταν. Τελετή δεν ήταν. Καμία θεατρικότητα ή κάποιο τελετουργικό τυπικό γεμάτο πλήθος συμβολισμών, είτε θρησκευτικών είτε πολιτειακών, κάποια προσπάθεια δημιουργίας υποβλητικής ατμόσφαιρας, κάτι. Όταν απογυμνώνεις το γεγονός από όλα αυτά, μένει ένα μόνο πράγμα: o λόγος. Η τελετή συνίστατο στο να βρεθούν δύο άνθρωποι, απλούστατα ντυμένοι, ενώπιον τρίτων, απλούστατα ντυμένων μαρτύρων και να δηλώσουν, «παντρευτήκαμε». Και κάνοντάς το αυτό, έγιναν ζευγάρι και με τη νομική έννοια του όρου. Το ότι από τον γάμο απουσίαζε η Θρησκεία (το 20% των Αυστραλών δήλωσε στην Απογραφή Πληθυσμού το 2006 ότι είναι άθρησκοι), η Πολιτεία είχε μια πολύ διακριτική παρουσία, αλλά η Τέχνη ήταν εκεί και ζωντανή, ήταν κάτι που καταλαβαίνετε ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. Υποθέτω ότι δεν είναι το κυρίαρχο είδος γαμήλιας τελετής στην Αυστραλία, ούτε καν στη Μελβούρνη –αλλά το ότι υφίσταται χωρίς να συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο ιδεολογικό-φιλοσοφικό πλαίσιο του οποίου οι καλεσμένοι να είναι ακολουθητές (παρίστατο κάθε καρυδιάς καρύδι) είναι εντυπωσιακό.

(Αργότερα θα ρωτήσω σχετικά, και θα ακούσω την εξής απλούστατη προσέγγιση στο θέμα, από κάποιον που παντρεύτηκε κάνοντας μπάρμπεκιου στην πίσω αυλή του σπιτιού του: ‘από τη στιγμή που δεν κάνεις θρησκευτικό γάμο, ποιος ο λόγος να μην δώσεις στο γεγονός το δικό σου προσωπικό χρώμα, και να πας στο Δημαρχείο;’ To θέμα είναι ότι, συμφωνεί και το Δημαρχείο).

Η νύφη δεν κρατούσε μπουκέτο –οι καλεσμένοι είχαν ο καθένας φέρει από ένα λουλούδι και όλα μαζί δημιούργησαν μια ετερόκλητη, άτακτη ανθοδέσμη που χρειάστηκαν δύο για να τη μεταφέρουν στο υπόστεγο όπου συνεχίστηκε η εκδήλωση ως πικ-νικ. Μένω τελευταίος της πορείας, διότι γύρω στα τριάντα, ναι, τριάντα καγκουρό με κοιτάνε χωρίς να κινούνται. Πλησιάζω πολύ αργά και με αφήνουν να φτάσω μέχρι τα επτά μέτρα πριν αρχίσουν ψύχραιμα και σταδιακά να μου γυρνούν την πλάτη και να απομακρύνονται με αυτό το πάντα αστείο χοροπήδημα των ποδιών τους (όχι των πίσω ποδιών τους – τα μπροστινά είναι χέρια).

Φτάνω στο υπόστεγο, μου λένε ότι τα επτά μέτρα είναι πολύ καλή επίδοση, και φουσκώνω από υπερηφάνεια. Αυτό σημαίνει ότι δίνω ιδιαίτερη σημασία και χαίρομαι όταν καταφέρνω να έχω μια οποιαδήποτε αίσθηση επικοινωνίας/σύνδεσης με τα ζώα, πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ή ότι έχω βαρεθεί να επικοινωνώ με τους ανθρώπους ή ότι δεν το έχω καταφέρει ακόμη.

Δοκιμάζω τα κρασιά που έφερα στο γεύμα, λευκά sauvignon από την Αδελαϊδα, την Τασμανία, τη Νέα Ζηλανδία: όλη η Ωκεανία φαίνεται ότι πίνει sauvignon blanc. Λίγο πιο δυνατά σε αλκοόλ, έντονη η φρουτώδης γεύση. Ό,τι πρέπει. Συστάσεις, κραυγές χαρούμενης έκπληξης (από τους ιρλανδο-ιταλούς Αυστραλούς του γαμπρού) όταν ακούν ότι έχω έρθει από την Ελλάδα για το γάμο. Είμαστε ογδόντα άτομα, μόνο εγώ και άλλος ένας καπνίζουμε. Οι ώρες κυλούν μαλακά μέχρι το απόγευμα. Με πηγαίνουν στο ξενοδοχείο μου, και για τις επόμενες 12 ώρες κοιμάμαι, προσαρμόζοντας οριστικά τους βιορυθμούς μου στο ωρολόγιο πρόγραμμα της Μελβούρνης, δύο μέρες πριν ξεκινήσω για την επιστροφή στην Αθήνα.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #7 31/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Νοέμβριος 1, 2008

Σήμερα περπατώ στους δρόμους της πόλης. Αρχικά: η Μελβούρνη είναι ένα εξαιρετικό μέρος για να συνειδητοποιήσεις πόσο διαφορετικοί είναι μεταξύ τους οι άνθρωποι της κίτρινης φυλής. Κάποτε, το -πολύ έντονο- χαρακτηριστικό των σχιστών ματιών δημιουργούσε μια αίσθηση αδιαφανούς ομοιότητας στα βλέμματα τρίτων. Καμία σχέση. Η Αυστραλία πουλά μαζικά εκπαιδευτικές υπηρεσίες στους λαούς της Ασίας και όλες οι φυλές φαίνεται να έχουν συρρεύσει στη Μελβούρνη.

Ακολούθως: ο γυναικείος πληθυσμός δείχνει σαφώς πολυπληθέστερος του ανδρικού. Μαγική εικόνα; Διότι, η επίσημη στατιστική του 2006 λέει ότι οι γυναίκες της Μελβούρνης ήταν το 51% του πληθυσμού της πόλης, ήτοι μόλις 70.000 περισσότερες από τους άνδρες, σε ένα πληθυσμό 3,5 εκατομμυρίων. Η εξήγηση είναι διττή: πρέπει κανείς να δει την κατανομή του πληθυσμού μεταξύ –ευρύτερου-κέντρου και προαστίων. Ενδεικτικό στοιχείο, τηλεοπτικό reality όπου ζευγαρώνουν γυναίκες της πόλης με άντρες των προαστίων της πόλης (όπου υπερτερεί ο ανδρικός πληθυσμός). Επιπλέον, στους πολυπληθείς φοιτητές Ασιάτες, το θηλυκό φύλο κυριαρχεί απόλυτα –κάτι που ίσως έχει να κάνει με τις προοπτικές που αντιμετωπίζουν αυτές οι γυναίκες στις χώρες τους.

Τρίτον: κάτι λείπει από την πόλη και δεν μπορώ να προσδιορίσω τι. Με βασανίζει για αρκετή ώρα, μέχρι που το βλέπω μπροστά μου: ένα υποκατάστημα τραπέζης. Ναι, αλλά είναι ένα εδώ και ένα πολύ παραπέρα, όχι ένα σε κάθε γωνία και δυο-τρία ενδιάμεσα για ποικιλία, όπως είναι πλέον η κατάσταση στην Αθήνα.

Τέταρτον, σήμερα διασκεδάζω με το τραμ, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας συνέχεια. Με το μετρό, μπορείς να κινηθείς πιο γρήγορα, είναι αλήθεια. Αλλά είμαστε ζώα της ευκολίας, και το ανεβοκατέβασμα στα βάθη της γης φαντάζει βαρύ μπροστά στο διασκεδαστικό jumpin jumpout του τραμ. Οι στάσεις είναι αριθμημένες, στις πινακίδες και στους χάρτες, οπότε η έλλειψη εξοικείωσης με την πόλη και το ποιος δρόμος διασταυρώνεται με ποιον δεν έχει καμία σημασία: η αριθμητική και η αριθμοδοσία θριαμβεύουν και πάλι.

Πέμπτον, εκτός από Roads και Streets, υπάρχουν και τα Lanes και Little Streets –με το ίδιο όνομα δρόμων. Στην προφορική επικοινωνία λοιπόν πρέπει να προσέχεις τι ακούς, όταν σου δίνουν οδηγίες κίνησης στην πόλη.

Πηγαίνω στην Degraves St, μακρόστενο σοκάκι γεμάτο γεμάτα τραπέζια και ένα συνεχές ρεύμα ανθρώπων. Ζηλεύω τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα καταγραφικά μηχανήματα: καταγράφουν ό,τι μπορούν στα πλαίσια των προδιαγραφών τους και στο έχουν έτοιμο για αναπαραγωγή. Ενώ το ανθρώπινο μυαλό καταγράφει με ασύλληπτες ταχύτητες πρόσωπα, κινήσεις, ενδυμασίες, εκφράσεις, με τρόπους που ούτε καταλαβαίνω, ούτε συνειδητοποιώ, πληροφορίες που δεν γνωρίζω αν και πότε θα ανασυρθούν στο επίπεδο του συνειδητού, και με ποιο ερέθισμα. Πληροφορίες που δεν γνωρίζω καν ποιες είναι, ούτε και σε τι συμπεράσματα θα με οδηγήσουν. Η «πολυπολιτισμικότητα» έχει εδώ την τιμητική της, όπως και στην Federation Sq όπου εκατοντάδες μέλη του νεαρόκοσμου και όχι μόνο κάθονται στα πλατύσκαλα της πλατείας, καπνίζοντας, μιλώντας μεταξύ τους και στα κινητά τους, παρατηρώντας τις μαζορέτες που χορεύουν: αυτό, τουλάχιστον, είναι ένα έθιμο καθαρά αμερικάνικης καταγωγής, όπως και το Halloween, το οποίο πάντως δεν φαίνεται να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους Μελβούρνιους. Άλλωστε αυτοί ουδέποτε επαναστάτησαν κατά της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Βρίσκω βιβλιοπωλείο με εκατοντάδες (κυριολεκτικά) μέτρα ράφια με βιβλία Επιστημονικής Φαντασίας και Φανταστικού και παθαίνω ασυγκρατήτιδα. Ψωνίζω κρασιά και λουλούδια για το αυριανό γεγονός και επιστρέφω στο ξενοδοχείο, όπου αφού κοιμηθώ βγαίνω για βραδινό (στις 19:00, θυμίζω).

Αυτή τη φορά το εστιατόριο είναι Ταϋλανδέζικο. Ακολούθως ένα γρήγορο ποτό στη Johnston (Street) και, ναι, επιστροφή στο ξενοδοχείο. Στις 22:30; Oh yes, διότι το άλλο πράγμα που μου λείπει σε αυτή την πόλη είναι η νυχτερινή έξοδος: όταν ο καιρός δεν είναι φιλικός, δεν μπορείς να κάτσεις έξω. Αν δεν μπορείς να κάτσεις έξω, πρέπει να κάτσεις μέσα. Αν κάτσεις μέσα, δεν μπορείς να καπνίσεις. Τι σόι νυχτερινή έξοδος είναι αυτή;… Έλα όμως που είναι, αν κρίνω από τις γεμάτες παμπ και τα μπαρ που βλέπω στο δρόμο της μοναχικής επιστροφής αυτή την Παρασκευή το βράδυ. Ξέρω, ξέρω: όσο απολαυστικό είναι το να καπνίζεις, άλλο τόσο απολαυστικό είναι και το να μην καπνίζεις. Εγώ καπνίζω. Εξαιρετικό φινάλε της ημέρας, πινακίδα που γράφει: «Greek RestaurantPireaus Blues». Αυτή η ανορθόγραφη πολυπολιτισμικότητα είναι το καλύτερο χωνευτικό για το βράδυ. Πολιτικά ορθή και μουράτη, μεταμοντέρνα επαναδιατύπωση: αυτή η νέα πολυπολιτισμική ορθογραφία. Α, είμαι σε φόρμα.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #6 30/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Οκτώβριος 31, 2008

Σήμερα συνεχίζω με τα μουσεία, ίσως γιατί ο καιρός συννέφιασε πάλι. Από κάποιο ανεξήγητο βίτσιο, επισκέπτομαι το μουσείο της Αστυνομίας της Βικτόρια (η πολιτεία με πρωτεύουσα τη Μελβούρνη). Μαθαίνω ότι μέχρι πολύ πρόσφατα οι αστυνομικοί στην περιοχή ήταν σχεδόν αποκλειστικά ιρλανδικής καταγωγής και θυμάμαι την ταινία Q&A (‘Δύσκολες Ερωτήσεις – Θανάσιμες Απαντήσεις’) του Σίντεϋ Λιούμετ, με τον Νικ Νόλτε στον πιο απολαυστικά απωθητικό ρόλο της καριέρας του να παίζει τον διεφθαρμένο ιρλανδό μπάτσο (στη Νέα Υόρκη). Μαθαίνω επίσης ότι η αστυνομία στη Βικτόρια ήταν η πρώτη παγκοσμίως που έβαλε ραδιο-επικοινωνία στα αυτοκίνητά της. Το πιο εντυπωσιακό έκθεμα είναι οι σιδερένιες πανοπλίες που ο διαβόητος κακοποιός του 19ου αι. Ned Kelly και η συμμορία του φορούσαν στην τελευταία τους ενέργεια. Αγοράζω το σχετικό βιβλίο μαζί με ένα άλλο που αφορά τους Αμπορίτζιναλς που η αστυνομία της Βικτόρια χρησιμοποιούσε ως ιχνηλάτες επί έναν αιώνα, και οδεύω προς το επόμενο μουσείο, το της Μετανάστευσης, που στεγάζεται στο παλαιό Τελωνείο της πόλης.

Η κυρία στο ταμείο με ρωτά από πού έρχομαι και αμέσως μετά αρχίζει να με πυροβολεί με σειρά ελληνικών λέξεων μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν τα ‘καλημέρα’ (είναι πια μεσημέρι) και μπακλαβά (πού να της εξηγώ τώρα), ενώ μου λέει ότι γνωρίζει και άλλες, ‘κακές’ λέξεις, που ‘δεν λέγονται δημοσίως, παρά μόνο κατ’ ιδίαν’. Αγνοώ ευγενικά την πρόσκληση και ανεβαίνω τις σκάλες για τις εκθέσεις του μουσείου. Σιγά τον ομορφάντρα. Διαβάζω για τον πυρετό χρυσού που έφερε πολύ κόσμο στην Βικτόρια στα μέσα του 19ου αι., και τις μεταβαλλόμενες μεταναστευτικές πολιτικές της χώρας, οι οποίες έχουν περάσει από διάφορα κύματα και πολιτικο-ιδεολογικές αποχρώσεις, για να καταλήξουν τα τελευταία τριάντα χρόνια σε μια πολιτική του «μπάτε σκύλοι αλέστε» από πλευράς εθνικής-φυλετικής καταγωγής αλλά και «πορτοφόλια και διπλώματα ανοιχτά να τα βλέπουμε» από πλευράς οικονομικής προίκας και επαγγελματικών-επιχειρηματικών δυνατοτήτων των επίδοξων μεταναστών. Γεια σου καπιταλισμέ λεβέντη –σε γνήσιο G(r)eek κλίμα.

Αν και ορκισμένος κοσμοπολίτης, μου είναι αδύνατον να μην ψάξω επισταμένως και με προσμονή για τις αναφορές στους Έλληνες μετανάστες: κάτι βρίσκω, ως συνήθως λίγα και σκόρπια σε σχέση με άλλες εθνότητες, ώσπου ο κος Alick Jackomos μας ξελασπώνει: Έλληνας μετανάστης 2ης γενιάς με καταγωγή από το Καστελόριζο, ο οποίος νυμφεύθηκε γυναίκα Αμπορίτζιναλ και έζησαν μαζί μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος (λυγμ)… καταλαβαίνετε τι έπαθε η μάνα του μόλις το έμαθε. Μια ολόκληρη βιτρίνα είναι αφιερωμένη στην ιστορία αυτού του ζευγαριού. Μαθαίνω ακόμη ότι στη Μελβούρνη διακρινόμαστε στους τομείς της εστίασης (ταβερνιάρηδες), των κατασκευών (μαστοράντζες), και της πολιτικής(λαοπλάνοι) –ή έτσι λέει η σχετική ενημερωτική βιντεοπροβολή του μουσείου (οι λέξεις σε παρενθέσεις είναι δική μου συμβολή στην αφήγηση του μουσείου), και για κάποιο λόγο είμαι σίγουρος ότι ακριβολογούν. Φεύγω από το μουσείο εθνικά χαζοχαρούμενος, παρά τον απογοητευμένο αποχαιρετισμό από την κυρία στο ταμείο.

Κινούμαι με τραμ, παίρνω τη γραμμή 86 που κανονικά με βγάζει έξω από το ξενοδοχείο, και τελικά κατεβαίνω μισό χιλιόμετρο μακρύτερα –ο συνωστισμός μέσα στο τραμ ήταν το κάτι άλλο, και δεν μπορούσα να φτάσω έγκαιρα στην πόρτα του οχήματος. Κάτι μου θύμισε κι αυτό.

Το βράδυ έχει BatmanThe Dark Night σε ΙΜΑΧ. Όχι 3D τελικά, απλώς ΙΜΑΧ. Το μέγεθος της οθόνης ξεπερνά κάθε φαντασία, η ποιότητα της εικόνας το ίδιο. Δεν είναι τρισδιάστατο, αλλά συχνά νιώθεις ότι βρίσκεσαι μέσα στην ταινία. Άσε που πρόκειται για μια ταινία που, αν δεν είχε πεθάνει πρόωρα ο –Αυστραλός– Heath Ledger, δεν είμαι σίγουρος για την εμπορική της επιτυχία (σε σύγκριση με τις προσδοκίες που υπάρχουν για τέτοιες παραγωγές): Ο ίδιος ο Ledger προσφέρει όντως έναν εκπληκτικό και καθόλου ευκολοχώνευτο ρόλο ως Joker (καμιά σχέση με την εμπνευσμένη καρικατούρα του Τζακ Νίκολσον, μιλάμε για κάτι πολύ πιο σύνθετο, περίπλοκο και βασισμένο σε λεπτομέρειες της έκφρασης η οποία εκτός των άλλων, είναι και καλυμμένη με το μακιγιάζ του Joker), αλλά και το σενάριο είναι ανελέητο ως προς τις ποταπές αλήθειες της ανθρώπινης ψυχής. Και μπορεί, στην κρίσιμη στιγμή όπου μια ομάδα «νομοταγών πολιτών» και μια ομάδα «κατάδικων» έχουν την (υποχρεωτική) ευκαιρία να σκοτώσουν εκ του ασφαλούς η μία την άλλη με αντάλλαγμα την δική τους επιβίωση, κανείς να μην μπορεί να το κάνει, βοηθώντας τον θεατή να αναθαρρήσει για τη δύναμη και την αγνότητα εν τέλει της ανθρώπινης ψυχής (κούνια που σας κούναγε), όμως οι λεπτομέρειες είναι που σκοτώνουν εδώ: οι κατάδικοι επιδιώκουν, εντελώς συνειδητά και ψύχραιμα να ΜΗΝ σκοτωθεί η άλλη ομάδα. Οι νομοταγείς πολίτες, απλώς δεν μπορούν να πατήσουν το κουμπί λόγω κοινωνικών αντανακλαστικών, αφού πρώτα έχουν ευθέως υποστηρίξει ότι έχουν το ηθικό δικαίωμα, ως νομοταγείς πολίτες, να επιβιώσουν έναντι των καθαρμάτων της άλλης ομάδας. Το καλύτερο Batman που γυρίστηκε ποτέ –στην πραγματικότητα, μια ταινία έξω από τον μύθο που επιφανειακά συνεχίζει.

Απολογούμαι, τα παραπάνω ουδεμία σχέση έχουν με τη Μελβούρνη και την Αυστραλία. Δείπνο σε ιταλικό εστιατόριο (δεν είναι βράδυ αυτό για πειραματισμούς), δύο διπλά εσπρέσο take away, και πίσω στο ξενοδοχείο για την πληκτρο-λόγηση της ημέρας. Νομίζω μόνο στην ελληνική γλώσσα το ρήμα για την χρησιμοποίηση του υπολογιστή συνδέει τα πλήκτρα με τον λόγο. Αν κάνω λάθος συγχωρέστε με, φταίει το μουσείο Μετανάστευσης κι ο συνονόματος μπερμπάντης από το Καστελόριζο.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #6 30/10/2008

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #5 29/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Οκτώβριος 30, 2008

Σήμερα είναι μέρα για λίγη επίσημη κουλτούρα. Καταβροχθίζω το πρωινό που παίρνω πάντα όταν διαβιώ σε ξενοδοχεία (το οποίο περιλαμβάνει πάντα αυγά με μπέικον τα οποία ποτέ δεν τρώω σπίτι μου για πρωινό), και επιστρέφω στο δωμάτιό μου για τσιγάρο και μελέτη. Το κεντρικό μουσείο της Μελβούρνης απέχει δέκα λεπτά από το ξενοδοχείο μου. Ο καιρός είναι εξαιρετικά καλός: κανένα σύννεφο, καταγάλανος ουρανός, λαμπερός ήλιος όχι ιδιαίτερα καυτός, ελαφρύς αέρας για δροσιά. Κάτι μου θυμίζει, όντως. Περπατώ χαρωπά προς το μουσείο, το οποίο βρίσκεται στην ίδια τεράστια πλατεία με το Royal Exhibition Building, ήτοι το παλαιό κοινοβούλιο της Αυστραλίας, και ανήκον πλέον στη Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO. Εντυπωσιακό κτήριο, βασιλικό… μόνο που κάτι περίεργο συμβαίνει: βλέπω δύο σημαίες να κυματίζουν. Εντάξει, όχι στο ίδιο ύψος, αλλά λίαν ορατές και οι δύο. Η μία είναι της Αυστραλίας. Η άλλη; Η άλλη είναι των Αμπορίτζιναλς. What the fuck? Αποθηκεύω την πληροφορία για μελλοντική επεξεργασία, και κατευθύνομαι προς το μουσείο όπου αρχίζω τα παιδιάστικα. Στα υπόγεια στεγάζεται κινηματογράφος IMAX-3D και προγραμματίζω να δω το «Fly me to the Moon», κινούμενο σχέδιο για τις τρεις μύγες που πήγαν στο φεγγάρι μαζί με τους ανθρώπους (από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της NASA), και ίσως τον τελευταίο Batman με τέσσερεις σεκάνς σε ΙΜΑΧ-3D… με τραβώ από το μανίκι: είπαμε, σήμερα έχει επίσημη κουλτούρα, όχι υποκουλτούρες που παράγονται από την Κοινωνία –ε, Οικονομία του Θεάματος. Αναστενάζω, φοράω σοβαρό ύφος και ανεβαίνω με βαριά καρδιά τα σκαλιά του μουσείου. Άντε να δούμε κανένα κόκαλο, τίποτε έντομα, κάποιο τεχνολογικό επίτευγμα από την εποχή του προπάππου μου, ξέρετε τώρα. Κοιτώ τον κατάλογο με τις εκθέσεις του μουσείου και βλέπω μία που αφορά τους Αμπορίτζιναλς. Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει η γυναίκα μου από την δική της επίσκεψη στην Washington DC, για τα ομοιώματα μαύρων και ινδιάνων που είχαν στο μουσείο φυσικής ιστορίας, και ετοιμάζομαι για μία ακόμη καυστική ανάλυση, αυτή τη φορά αναφορικά με την αποικιοκρατική λαίλαπα της λευκής φυλής.

Μπαίνω στην αίθουσα και το πρώτο πράγμα που βλέπω είναι μια νεκροφόρα. Μια πραγματική νεκροφόρα, που κάποτε κυκλοφορούσε στους δρόμους. Διαβάζω το κείμενο: για τους Αμπορίτζιναλς, είναι πολύ σημαντικό να θάβονται στον τόπο καταγωγής τους. Η νεκροφόρα αυτή είχε αγορασθεί από μια ιθαγενή οργάνωση αλληλεγγύης, και γυρνούσε την Αυστραλία μεταφέροντας νεκρούς στον τόπο καταγωγής τους. Ήτοι, κάποιος τους είχε εκδιώξει από εκεί, αφού οι ίδιοι οι Αμπορίτζιναλς δεν είναι νομάδες (άλλωστε, μιλάμε για έναν πολιτισμό 40.000 ετών, κάποια παλιά στιγμή οι δομές τους καταστάλαξαν). Κάπως περίεργα αρχίσαμε. Συνεχίζω: βλέπω το ομοίωμα ενός πολύ γνωστού άγγλου ανθρωπολόγου και συλλέκτη αντικειμένων από τον πολιτισμό των Αμπορίτζιναλς (τέλη 19ου– αρχές 20ου αι). Εδώ είμαστε: πλησιάζω τη βιτρίνα μέσα στην οποία είναι κλεισμένος ο ανθρωπολόγος μαζί με ορισμένα από τα αντικείμενα που είχε συλλέξει και παραδώσει στο μουσείο, και πάνω στο γυαλί βλέπω με μεγάλα τυπωμένα γράμματα μια δήλωση ιθαγενούς οργάνωσης ότι «αρνούμαστε να κλειστούμε σε μια γυάλα σαν αξιοπερίεργο, και να αφήσουμε άλλους να αφηγηθούν την ιστορία μας». Ο ίδιος ο ανθρωπολόγος είναι κλεισμένος πλέον στη γυάλα, και η συνειδητή ειρωνεία είναι προφανής. Διαβάζω ότι το μουσείο έχει αρχίσει και επιστρέφει αντικείμενα στις φυλές των Αμπορίτζιναλς. Διαβάζω ότι σ’ αυτή τη γη υπάρχουν «Δύο Νόμοι», των Λευκών και των Ιθαγενών. Διαβάζω, με μεγάλα γράμματα που προβάλλονται σε μια μεγάλη οθόνη, αποσπάσματα αφηγήσεων από τον 19ο αι. του «Προστάτη των Ιθαγενών» (αξιωματούχος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας) για τους καθημερινούς, ανοργάνωτους φόνους των Αμπορίτζιναλς από τους αποίκους, τίποτε το μαζικό, το εντυπωσιακό, το δραματικό, απλώς για πρωινό, αντί για αυγά με μπέικον είχαμε έναν ιθαγενή, διαβάζω για το πώς οι άποικοι παρακαλούσαν να στείλει η μητέρα Αγγλία κατάδικους, θεωρώντας ότι οι τελευταίοι, όντας κατάδικοι, δεν θα είχαν ηθικούς φραγμούς και θα έσφαζαν πιο εύκολα τους Ιθαγενείς. Ένα γλυπτό δείχνει ένστολους να σέρνουν μικρά παιδιά, και διαβάζω για το παιδομάζωμα που γινόταν μέχρι και την δεκαετία του ’60… ok, από αγριότητες σκίσαμε κι εδώ, αλλά να τις διαβάζουμε κιόλας φάτσα-μόστρα στο κεντρικό μουσείο της Μελβούρνης; What the fuck?

Βγαίνω άρον-άρον από την αίθουσα, πηγαίνω στο Virtual Room για λίγη διαδραστική τρισδιάστατη ψηφιακή προβολή όπου το τρένο των Αδερφών Λυμιέρ περνά κυριολεκτικά δίπλα από το αυτί μου, πηγαίνω να δω τον CSIRAC, τον 4ο κομπιούτερ που κατασκευάστηκε ποτέ (1949) και τον μόνο άθικτο από την πρώτη γενιά υπολογιστών (τεχνολογικό επίτευγμα από την εποχή του προπάππου μου), έναν σκελετό γαλάζιας φάλαινας-πυγμαίου 18 μέτρων (κάτι κόκαλα), υπερμεγέθεις κατασκευές αραχνών μοναδικών στην Αυστραλία (τίποτε έντομα), τα συνήθη μουσειακά μήπως και ρημπουτάρω… τα προηγούμενα, όχι και τόσο συνήθη μουσειακά, αποθηκεύονται για μελλοντική επεξεργασία.

Παίρνω το τρένο, διαβάζοντας σαν βέρος ντόπιος την τοπική free press εφημερίδα, και οδεύω προς προάστιο για τη συλλογική αναπόληση του 2ήμερου ταξιδιού στον Ωκεανό, την οποία ήδη έχετε διαβάσει. Το βράδυ επιστρέφοντας πέφτω πάνω σε μουσικό περιοδικό όπου μαθαίνω ότι κάπου στη Μελβούρνη το Σάββατο 1/11 έχει συναυλία με «Ήρωες του Χθες – 80’ς & 90’ς». Ήρωας δεν ήμουν ποτέ και το δικό μου Χθες δεν έχει έρθει ακόμη: αποθηκεύεται, καθώς περνά το Σήμερα, για μελλοντική επεξεργασία. Οπότε μάλλον θα παραστώ.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #4 28/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Οκτώβριος 29, 2008

Δεύτερη μέρα εκτός. Ξυπνώ από τις 06:00 το πρωί, κάτι αδιανόητο για όσους με ξέρουν. Οι άλλοι τρεις κοιμούνται. Αφήνω σημείωμα και βγαίνω για μια βόλτα στην πόλη και την παραλία της. Ούτε καν οι σκυλοβολτιστές δεν είναι ακόμη έξω. Αρχίζω να κρυφοκοιτώ τον Ωκεανό από κοντά, περπατώντας σε μια ήσυχη μισοφέγγαρη παραλία χωρίς ψηλά κύματα. Ακόμη και σε αυτή την κλίμακα όμως, νιώθεις ότι αντικρίζεις την κατάληξη από κάτι το αχανές. Στις 07:00 ανοίγει ο τοπικός φούρνος, ψωνίζω γλυκάδια και καφέ και επιστρέφω στην παραλία. Ο καιρός είναι σταθερά συννεφιασμένος, με παροδικές εμφανίσεις του καυτού ήλιου, και ενίοτε σύντομες ψιχάλες. Τυχαία στρέφομαι προς τους λόφους που περιστοιχίζουν την παραλία και ανακαλύπτω ότι είναι καταπράσινοι με ένα βαθύ πράσινο χρώμα, ακόμη και εκεί όπου δεν υπάρχουν δέντρα. Ναι, προφανώς θυμίζει Αγγλία, και δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, με την παρατεταμένη ημι-ξηρασία που χαρακτηρίζει την Αυστραλία. Αργότερα θα διαπιστώσω ότι και στους οικοδεσπότες μου κάνει την ίδια εντύπωση.

Είναι ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι. Πρώτος προορισμός το Otway Fly, μια σιδερόφρακτη διαδρομή μέσα στα δένδρα σε ύψος από 20 έως 40 μέτρα από το έδαφος. Και πρώτα συμπτώματα διαχωρισμού σώματος και πνεύματος: η κατασκευή είναι πολύ γερή, δεν φοβάμαι, ούτε ζαλίζομαι, αλλά κάτι νιώθω στη βάση της λεκάνης μου, που σίγουρα έχει να κάνει με το υψόμετρο. Με ρωτώ αλλά δεν παίρνω απάντηση.

Ήρθε η στιγμή να αναμετρηθούμε με τον Ωκεανό. Φτάνουμε πρώτα στους ‘Δώδεκα Απόστολους’, που πλέον είναι έντεκα διότι ο ένας έχει καταρρεύσει από τις αδιάκοπες επιθέσεις της θάλασσας. Κατακόρυφοι σχηματισμοί βράχων μερικές δεκάδες μέτρα από την ακτή με ακατάπαυστο κυματισμό. Υπάρχει η σχετική γεωλογική περιγραφή και ανάλυση για τα μαλακά κιτρινωπά πετρώματα, πώς δημιουργήθηκαν, πώς σμιλεύονται αδιάκοπα από το νερό, αλλά την έχω ήδη ξεχάσει: όταν βλέπεις μια ακτογραμμή να εκτείνεται μέχρι το τέλος του ορίζοντα, αριστερά και δεξιά σου, γεμάτη βραχώδεις γκρεμούς που στη βάση τους έχουν απροσπέλαστες παραλίες από άμμο διότι φυλάσσονται από τους Απόστολους, τότε έχεις επιτέλους βρει μια μεζούρα για να μετρήσεις το απέραντο γαλάζιο. Ασπρογάλαζο, λόγω των κυμάτων. Ξεχάστε τις γλυκούλικες παραλίες της Ελλάδας αλλά και κάθε ονειρική αμμουδερή καρτ-ποστάλ από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου: η θάλασσα είναι αυτό ακριβώς το αδιάκοπο σφυροκόπημα, που πότε δεν θα μπορέσουμε να δαμάσουμε. Τα θαλάσσια οικοσυστήματα, πού θα πάει, θα τα τσακίσουμε και θα τα εξαφανίσουμε. Αλλά η θάλασσα είναι το ίδιο το νερό, και μόνο το νερό, αλμυρό και αδιανόητα πολύ : το νερό, που όταν αποφασίσει να κάνει μια βόλτα προς τη γη, τίποτε δεν μπορεί να το σταματήσει.

Μετά τους Απόστολους, συνεχίζουμε στην ‘Παραλία των Ναυαγίων’. Δεκάδες καράβια έχουν τσακιστεί στους βράχους αυτούς κατά την εποχή του αποικισμού της ηπείρου, και μεταλλικά συντρίμμια τους είναι ακόμη ορατά. Υπάρχουν παντού πινακίδες ‘μην βγαίνετε έξω από τα περιπατητικά μονοπάτια, το χώμα μπορεί να υποχωρήσει ανά πάσα στιγμή’. Δεν βγαίνουμε.

Καταλήγουμε στο Port Cambell, για ιταλικό δείπνο στου Nicos. Μετά είμαι εξοντωμένος και κοιμάμαι σε όλο το ταξίδι του γυρισμού στη Μελβούρνη. Πρόσεχε τι εύχεσαι, γιατί μπορεί και να πραγματοποιηθεί: Ήθελα να δω τον Ωκεανό, και τον είδα. Νιώθοντας ακόμη τα κύματα να σκάνε μέσα μου, μου δίνω συγχαρητήρια για τη σοφή επιλογή μου ν’ αφήσω τη γνωριμία με την Έρημο για το επόμενο ταξίδι μου στην Αυστραλία. Μία μυστικιστική εμπειρία τη φορά, αρκεί.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #3 27/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Οκτώβριος 29, 2008

Ο καιρός συνεχίζει να είναι πολύ καλός: βρέχει, έστω και για μισή ώρα, κάτι σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο για τη Μελβούρνη που εισέρχεται στο καλοκαίρι με τα αποθέματα πόσιμου νερού στο 35%.

Παίρνω το τρένο, που είναι ενοποιημένο υπόγειο μετρό μικρής έκτασης και υπέργειος προαστιακός ατέλειωτης έκτασης, με προορισμό 25 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο, όπου θα βρίσκομαι ακόμη σε συνοικία της πόλης της Μελβούρνης. ‘Προάστιο στη Μελβούρνη’ σημαίνει δρόμοι με φάρδος τουλάχιστον όσο η Σταδίου και μονώροφα-διώροφα σπίτια με κήπο δύο φορές τα τετραγωνικά του κτίσματος. Με περιμετρικά παρτέρια και γκαράζ εντός του οικοπέδου. Το συγκεκριμένο προάστιο όπου πηγαίνω (Oak Park) είναι workingclass, από κοινωνικο-οικονομικής απόψεως. Μάλιστα. Από εδώ θα ξεκινήσουμε για τη 2ήμερη εκδρομή μας προς τον Ωκεανό, νοτιοδυτικά της Μελβούρνης. Η λέξη «εκδρομή» με ενοχλεί, μάλλον δεν ταιριάζει στη δική μου πνευματική σοβαροφάνεια, οπότε ανακαλώ την Εκδρομή της Ευδοκίας για να την αποδεχτώ.

Στην αρχή του ταξιδιού κινούμαστε σε αυτοκινητόδρομο. Στη μέση του πουθενά, υπάρχει ένα κτίσμα όπου εμπορεύονται τις τέχνες των Αμπορίτζιναλς: τρίβω τα χέρια μου, ώρα για λίγη προπόνηση σε κοινωνικο-πολιτικά ερμηνευτικά σχήματα ξέρετε-τι -τσολιαδάκια και ακρόπολες για τουρίστες. Τα δικά τους τσολιαδάκια είναι σύγχρονη τέχνη ενσωματωμένη ως διακοσμητικό σε καθημερινά αντικείμενα του δυτικού πολιτισμού όπως σουβέρ, ποτήρια, επιστολόχαρτα, τραπεζομάντηλα: Για κάθε σχέδιο στα τραπεζομάντηλα υπάρχει κι ένα μικρό κείμενο όπου εξηγούνται οι συμβολισμοί των εικόνων. Σε ένα από αυτά το κείμενο τελειώνει απότομα λέγοντας ‘αυτό το σχέδιο αποτελεί μέρος του Νόμου των Αμπορίτζιναλς και περαιτέρω περιγραφή του πνευματικού του περιεχομένου δεν είναι επιτρεπτή’. Ρωτώ την οικοδέσποινά μου, μου το επιβεβαιώνει. Αποθηκεύω την πληροφορία για μελλοντική επεξεργασία. Αγοράζω ορισμένα αντικείμενα, πηγαίνω στο ταμείο, πληρώνω σε έναν κατάξανθο λευκό νεαρό και βγαίνω έξω για τσιγάρο. Σε λίγο οι συνταξιδιώτες μου με φωνάζουν: ‘Έλα, σε λίγο θα παίξουν didjeridu’, παραδοσιακό όργανο των Αμπορίτζιναλς, ένα χοντρό, μακρύ και κουφιωμένο από τερμίτες κλαδί δέντρου. Επιστρέφω αναμένοντας ότι για χάρη των προσοδοφόρων τουριστών θα στηθεί μια μικρή παράσταση, επί πληρωμή φυσικά, από δυο-τρεις ιθαγενείς ντυμένους με χόρτα και βαμμένους. Μπαίνοντας μέσα, βλέπω τον κατάξανθο ταμία να έχει πάρει ένα από τα didjeridu που το μαγαζί έχει προς πώληση και να φυσάει αφοσιωμένος, παράγοντας αυτούς τους βιομηχανικούς ήχους που πρωτο-άκουσα στη συναυλία των Black Arm Band. Πώς λέμε, ‘πήρε την κιθάρα του και γρατσούνισε λίγο’; Απογοητεύομαι που δεν μου επετράπη να επιβεβαιώσω τη συνήθη ανάλυση για την μολυσματική εισβολή του τουρισμού στην κουλτούρα μιας χώρας σε συνδυασμό με την καπιταλιστική απληστία, και φεύγω με το κεφάλι κάτω και το μυαλό γεμάτο ήχους.

Και μπαίνουμε στον Great Ocean Road. Τον Μεγάλο Δρόμο για τον Ωκεανό. Όσοι έχουν ταξιδέψει ανά την Ελλάδα με αυτοκίνητο, θα νιώσουν μεγάλη οικειότητα: πρόκειται για ένα στενό φιδογυριστό μαύρο σκουλήκι με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, πότε κολλημένο μεταξύ βουνού και γκρεμού, πότε μερικές δεκάδες μέτρα από την ακτή. Αρχίζω να παρατηρώ τη φύση γύρω μου, όχι ακόμη τον Ωκεανό, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί μου αρέσει περισσότερο απ’ ό,τι το ελληνικό τοπίο. Είναι απλώς η γοητεία του ξένου, του διαφορετικού, αυτού που δεν έχουν συνηθίσει τα μάτια μου; Όχι. Αυτή η φύση όντως μου αρέσει περισσότερο: είναι πιο έντονη, πιο πυκνή, πιο μεγάλη. Σου λέει με πιο ξεκάθαρο τρόπο ‘κόφτε τις αηδίες μαζί μου, αλλιώς θα σας κόψω τον κώλο’. Αν και δεν είμαι φυσιολάτρης ούτε τρελαίνομαι με το ζωικό βασίλειο, δεν θα ξεχάσω εύκολα την εικόνα ενός ακριβοθώρητου (άγριου) κοάλα κρεμασμένου από ένα κλαδί στη μέση ενός παράδρομου στον οποίο περπατούμε για ξεμούδιασμα, να μας κοιτά και μετά να αρχίζει να μας χαιρετά ξέφρενα κουνώντας το ένα του χέρι (ή πόδι, όπως το πάρει κανείς).

Μερικά wallabies αργότερα (ξαδερφάκια των γνωστών μας καγκουρό), και κάτι πουλιά με έντονο κοκκινο-πράσινο φτέρωμα που κάνουν παρέα με πάπιες και τους αρέσει να κάθονται πάνω στους ανθρώπους, (όλα αυτά, επαναλαμβάνω, χύμα στο χώμα και όχι σε κάποιο ζωολογικό κήπο), αλλά και κάτι καταρράκτες απαθανατισμένους από τον Ρ. Κίπλινγκ , συν κάτι φάρους και γυμνοπόδαρες βόλτες σε αμμουδιές, φτάνουμε στο Apollo Bay, μια παραθαλάσσια κωμόπολη-παραθεριστικό θέρετρο 150 χλμ από την Μελβούρνη. Είναι αργά το απόγευμα, ήτοι έχουμε ήδη καθυστερήσει για το βραδινό μας γεύμα κατά τις τοπικές συνήθειες. Τρώω fishnchips, όπου το fish είναι καρχαρίας, πίνω ένα μπουκάλι αυστραλέζικο κόκκινο κρασί (ok, τα ελληνικά είναι καλύτερα), και επιστρέφω με τους συνταξιδιώτες μου στο οικογενειακό δωμάτιο που έχουμε νοικιάσει για το βράδυ. Πολιτισμική κορύφωση της βραδιάς, ένα τηλεκοντρόλ πάνω στο οποίο δεν υπάρχει κανένα απολύτως σύμβολο ή γράμμα ή σχήμα –μόνο στρογγυλά κουμπιά με χρώματα. Η χρωματολογία του τηλεκοντρόλ ηγείται της παγκοσμιοποίησης. Το εργαλείο δουλεύει, και πατάμε τα σωστά κουμπιά, τις περισσότερες φορές.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »

Ταξίδι Στη Μελβούρνη – Ημέρα #2 26/10/2008

Posted by Alecos Papadopoulos στο Οκτώβριος 26, 2008

Όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό, σπανίως αναζητώ τα –συνήθως στο χώρο της εστίασης– ελληνικά ίχνη στην πόλη που με φιλοξενεί. Δεν ψάχνω για τα greek taverna, greek bouzouki, greek mouzaka and souvlaki, όχι γιατί είναι απωθητικά –αν ο προφανής εκπρόσωπος, πχ των ΗΠΑ στο εξωτερικό είναι τα McDonalds, τα αντίστοιχα ελληνικά εστιατόρια έχουν πολύ πιο νόστιμο φαγητό– αλλά διότι αν ξεχαστώ και συστηθώ (που θα ξεχαστώ και θα συστηθώ) αυτομάτως αναγορεύομαι σε εκπρόσωπο μιας μακρινής πατρίδας, φαντασιωμένης και τεχνητά χρωματισμένης, για την οποία καλούμαι να ενημερώσω, δια της οποία καλούμαι να συναδελφωθώ, ως προς την οποία καλούμαι να τοποθετηθώ με τρόπο ανώδυνο και επιφανειακό.

Όμως σήμερα συναντώ ταυτόχρονα τρεις γενιές ελλήνων μεταναστών στη Μελβούρνη, και ο κάποτε τρομακτικός κάποτε ακόμη χειρότερος ορισμός του Ντοστογιέφσκι για τον άνθρωπο («άνθρωπος είναι το ζώο που μπορεί να συνηθίσει τα πάντα», από το ‘Αναμνήσεις από το Σπίτι των Πεθαμένων’), έχει την τιμητική του: η προσαρμογή, μια λέξη στεγνή και συναισθηματικά αποφορτισμένη, είναι το ερμηνευτικό θεμέλιο της εξελικτικής βιολογίας και ταυτόχρονα η αμφισβήτησή της –διότι τίποτε στο βιολογικό, γονιδιακό επίπεδο δεν κινείται με τέτοια ταχύτητα όσο οι άνθρωποι που τυλίγονται στα νήματα του πολιτισμού μέσα στον οποίο ζουν κάθε φορά, όταν πλέον ό,τι είχε να επιβληθεί από τα γονίδια, έχει ήδη επιβληθεί.

Το ηλικιακό εύρος είναι από 21 μέχρι 91 έτη. Υπάρχουν γάμοι μικτοί, με αγγλοσαξονικό αίμα, και γάμοι ενδο-ελληνικοί. Παρατηρώ τα παιδιά, και βλέπω για άλλη μια φορά ότι τα ίχνη της καταγωγής στον φαινότυπο τείνουν να ακολουθούν το φύλο. Μητέρα ελληνίδα, πατέρας αγγλοσάξων: o γιος δεν έχει στο πρόσωπο και στο σώμα του τίποτε το «ελληνικό». Η κόρη, μόνο από τη Μεσόγειο θα μπορούσε να είναι.

Η σχέση με τη γλώσσα είναι ενδεικτική: όσο πιο νεαρά είναι τα μέλη της τρίτης γενιάς τόσο λιγότερο έως καθόλου μιλούν ελληνικά. Δείχνουν εντελώς προσαρμοσμένα στη χώρα και τη ζωή που ζουν, κι είμαι χαρούμενος γι αυτά –αν, επιπλέον, έχουν κατορθώσει ή θα κατορθώσουν στο μέλλον να αξιοποιήσουν τη σύνθετη καταγωγή τους για να ζήσουν μια πιο πλούσια πνευματικά ζωή, ακόμη καλύτερα. Αλλά το πνεύμα μας θα αναπνέει δια βίου την ατμόσφαιρα που το πότισε στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Και ταυτόχρονα θα προσαρμοζόμαστε, θα συνηθίζουμε, τα πάντα.

Η μεσαία γενιά μιλά ελληνικά αλλά αποφεύγει να το κάνει, μιας και με τα παιδιά τους συνεννοούνται στα αγγλικά. Από αυτούς καταλαβαίνω πόσο σημαντικό έχει γίνει για την Αυστραλία και την κοινωνία της το θέμα των ιθαγενών Αμπορίτζιναλς. Αν και όταν μιλάνε γι αυτό δεν χρησιμοποιούν πρώτο πληθυντικό (διότι δεν ήταν οι έλληνες μετανάστες που τα θαλάσσωσαν με τους ιθαγενείς), βλέπεις ότι οι συζητήσεις γρήγορα οδεύουν προς το εκεί. Θα ήταν λάθος να γενικεύσω, αλλά αυτή εδώ η εκτεταμένη οικογένεια Ελλήνων βλέπει το όλο θέμα με συμπάθεια καθώς έμμεσα, οι κυρίαρχοι αγγλοσάξονες της χώρας ζητούν συγνώμη και αναγνωρίζουν όλες τις φυλές, τους λαούς και τις εθνότητες που έχουν συγκεντρωθεί και συνεχίζουν να συγκεντρώνονται εδώ.

Μαθαίνω ότι μετά τις πρόσφατες εκλογές, η παραδοσιακή τελετή «welcome to country» των Αμπορίτζιναλς για την υποδοχή ξένων στη χώρα τους, τελέσθηκε κατά την έναρξη των εργασιών του κοινοβουλίου. Δείτε το βίντεο, κι αν σας φανεί γελοίο ή τσίρκο αυτό που θα δείτε και θα ακούσετε, είναι ώρα να κοιτάξετε τα σοβαροφανή μούτρα σας στον καθρέφτη με τη δέουσα περιφρόνηση.

Το γεύμα ελληνικό, το πινγκ-πονγκ διεθνές, και έρχεται η ώρα να συναντήσουμε το γενεσιουργό παρελθόν. Τη μητέρα όλων αυτών των ανθρώπων. Ζει σε οίκο ευγηρίας στα περίχωρα της Μελβούρνης. Είναι 91 χρονών, ούτως ή άλλως μικρόσωμη, συρρικνωμένη και κυρτωμένη πλέον και με ύψος που πια δεν ξεπερνά το 1,20. Δεν πάσχει από άνοια, αλλά της είναι δύσκολο να συγκεντρωθεί. Όμως, όταν θέλει να βεβαιωθεί για κάτι, μου λέει την ίδια λέξη και στα αγγλικά. Έρχεται η ώρα να την πάμε στο δωμάτιό της. Δεν κινείται με αναπηρική καρέκλα, αλλά με τροχοφόρο πι. Μόνη της, και δεν θέλει και βοήθεια. Εκεί, παρατηρώντας έναν ζωντανό ανθρώπινο επίλογο να περπατά αργά και επίμονα, καταλαβαίνω ότι εκτός από τη σάρκα, που είναι πλέον εντελώς ασθενής, και το πνεύμα, που είναι κι αυτό λίαν απρόθυμο, η βούληση είναι αυτή που ορίζει τον άνθρωπο και τον εγκαταλείπει τελευταία –εξ ορισμού. Και μπορεί να γίνει ένα ανεπιθύμητο φορτίο.

Επιστρέφοντας στην πόλη, βλέπω ξανά πόσο χαμηλή είναι. Και δεν το πιστεύω. Είναι κυριολεκτικά απίστευτο το πλήθος των μονώροφων κτηρίων – το έγραψα χθες, το ξαναγράφω. Σταματάμε σε ένα δισκοπωλείο όπου δύο cd τοπικών Αμπορίτζιναλς συγκροτημάτων βρίσκουν το δρόμο τους στην τσάντα μου. Δεν μιλάμε για παραδοσιακή μουσική, αλλά για σύγχρονους ρόκερς με αμπορίτζιναλ καταγωγή, και αντίστοιχη στιχουργική. Αλλά τι σημαίνει αυτό; Από αυτά που ακούω, η γενετική μίξη με τους Αμπορίτζιναλς είναι αρκετά εκτεταμένη. Υπάρχουν άνθρωποι που δηλώνουν Αμπορίτζιναλς έλκοντας μόνο το 1/8 της καταγωγής τους από τους ιθαγενείς. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι τα χαρακτηριστικά του προσώπου ή το χρώμα του δέρματος δεν είναι ασφαλείς ενδείξεις για το ποιος είναι, νιώθει Αμπορίτζιναλ, και ποιος όχι. Παίρνω πίσω αυτό που έγραψα χθες, ότι τα παραδοσιακά όργανα στη συναυλία παίζονταν από λευκούς.

Φινάλε της ημέρας αναμενόμενο και προσδοκούμενο, σε τοπική παμπ, μπύρα σε ποτήρι, σαλτσίδια και τούρκικο ψωμί. Και καθόμαστε έξω σε εσωτερική αυλή καπνίζοντας αρειμανίως. Ο καιρός συνεχίζει να είναι εκπληκτικά καλός για τη Μελβούρνη και την εποχή.

Posted in Ταξίδι στη Μελβούρνη | Leave a Comment »